βδελυρία

βδελυρία, η (Α) [βδελυρός]
1. αποκρουστική, κτηνώδης διαγωγή
2. ναυτία, τάση προς έμετο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βδελυρία — βδελυρίᾱ , βδελυρία beastly fem nom/voc/acc dual βδελυρίᾱ , βδελυρία beastly fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίᾳ — βδελυρίαι , βδελυρία beastly fem nom/voc pl βδελυρίᾱͅ , βδελυρία beastly fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίας — βδελυρίᾱς , βδελυρία beastly fem acc pl βδελυρίᾱς , βδελυρία beastly fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίαν — βδελυρίᾱν , βδελυρία beastly fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίαις — βδελυρία beastly fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδελυρίης — βδελυρία beastly fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.